Μάρτιος - Απρίλιος 2026
«Oλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. 14:30)
Μη ταράζεσαι….
Τί έζησε η καρδιά μας, τί είδαν τα μάτια μας. Θάμβος ανεκλάλητο, πώς να το διηγηθώ; Πώς να εξηγήσω την εμπειρία μου αυτή; Ο Θεός γέμισε την ψυχή και το νου και από αγάπη πολύ πήρε από μας την προσφορά μας «το πρόσφορό μας» και το μοίρασε σε χιλιάδες ανθρώπους. Μα πώς έγινε αυτό το θαύμα, δεν μπορώ να το εξηγήσω!
Και πάνω που προσπαθώ να μαζέψω το νου μου, ακούω τον Κύριο να μου λέγει, «πηγαίνετε απέναντι και έρχομαι κι εγώ». Τα μαζέψαμε και πήγαμε από την απέναντι μεριά, έχοντας τις φρέσκες εικόνες του θαύματος. Ο λόγος και η χάρη, η ευγένεια και η υπομονή, η ακακία και η αγάπη έχουν συγκλονίσει την ψυχή. Πάω, μαζί με τους αδελφούς μου, απέναντι, στην άλλη μεριά, μακριά από τον «όχλο», στην ησυχία, οι αδελφοί μου κι εγώ.
Να, όμως, που η θάλασσα λυσσάει, αντίθετος άνεμος φυσάει και δυνατός σε ισχύ, αδυνατώ να το ελέγξω. Άνθρωποι της θάλασσας κι όμως, αδυνατούμε. Τί στο καλό συμβαίνει; Κι εκεί που χάνουμε τη δύναμή μας, την πίστη μας, φοβόμαστε για τη ζωή μας, ξεχνώντας όλα όσα ζήσαμε, ξεχνώντας πόσα θαυμάσια κάνει μπροστά μας ο Κύριος, δεν αναπέμψαμε μια προσευχή πίστης. Δεν είναι εύκολο η ψυχή, την ώρα του πειρασμού, να αναπέμψει προσευχή ικεσίας. Όμως, οι αδελφοί μου που θα μπορούσαν να βοηθήσουν, υπέφεραν κι αυτοί μαζί μου. Τι κάνουμε τώρα; Λείπει και ο Κύριος. Λείπει; Όχι, Κάποια φιγούρα έρχεται και λέει πως είναι ο Κύριος. Μα δεν γίνεται. Περπατά πάνω από τα κύματα, η τρικυμία δεν τον αγγίζει. «Αποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα». «Ο Πέτρος αποκρίθηκε και είπε, Κύριε, εν είσαι εσύ, δώσε μου εντολή να έρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στα νερά (Ματθ. 14:28). «O δὲ εἶπεν, ἐλθέ», έλα κοντά μου, μη διστάζεις.
Ναι, πήγα, η εμπειρία όλων αυτών των ημερών γέμισε την ψυχή μου με πίστη και λαχτάρα να ζω τον Θεό μου, να πω από την καρδιά μου, δεν μπορώ να ζώ χωρίς εσένα! Έφυγα τρέχοντας, χωρίς σκέψη, χωρίς να βάλω τη λογική μπροστά μου, αρκούσε σε μένα η παρουσία Του που με ελκύει να βρεθώ στην αγκαλιά Του. Κύριε μου και Θεέ μου, έρχομαι κοντά Σου….
Η συνήθεια όμως κοντοστέκεται εκεί, στην άκρη του νου, στο βάθος της καρδιάς. Δύσκολο να εικονίσω τον εαυτό μου να περπατά με πίστη και πάνω από την τρικυμισμένη θάλασσα, και τι κάνω; Κοιτώ τα κύματα, τον αντίθετο άνεμο και ο φόβος κυρίευσε τη ψυχή μου, άρχισα να καταποντίζομαι, να βουλιάζω. Τα πάθη με αιχμαλώτισαν ξανά, μου είναι οικεία και δυσκολεύομαι να μείνω στην πίστη, να πορευτώ την οδό Σου και να ζώ τα θαυμάσια Σου. Βοήθησέ με. Βγήκε, επιτέλους, η προσευχή, η παρουσία Του ενέπνευσε τον πολυπόθητη κραυγή. «Κύριε, σῶσόν με»
«Κύριε βοήθησε με, χάνομαι! (Ματθ.14:30). «Ολιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» Δεν ξέρω Κύριε, άνθρωπος είμαι εμπαθής, δεν τα καταφέρνω χωρίς Εσένα.
Όσα θαύματα κι αν δούμε, όσα θαυμαστά κι αν γίνουν στη ζωή μας, όταν το βλέμμα της καρδιάς μας στρέφεται στον κόσμο των παθών, που υπάρχει στους ανθρώπους που ζουν χωρίς πυξίδα, χωρίς νόημα και σκοπό, που ονομάζονται «όχλος», τότε και η ψυχή δεν ωφελείται καθόλου. Όταν όμως απλώσουμε το χέρι μας, ο Κύριος το έχει ήδη απλωμένο και το πιάνει, και μας κρατά γερά, μας τραβά έξω από τον κόσμο και μας κρατά στην αγκαλιά Του, γιατί «τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.» (Ιωάν. 6:40) «Αυτό είναι το θέλημα εκείνου που με έστειλε (του Θεού Πατέρα), όποιος βλέπει με την καρδιά του τον Υιό και πιστεύει σε Αυτόν να έχει αιώνια ζωή και θα αναστήσω αυτόν την έσχατη μέρα.»
Ήρθε πλέον η ώρα, να αποφασίσω αν θα συνεχίζω να «ακούω τη βοή του κόσμου, να τρέμω μπροστά στη θύελλα των παθών, τις φωνασκίες εκείνων που ζουν στον κόσμο των παθών, ή θα κοιτάζω με το βλέμμα της καρδιάς προς τον Αρχηγό και Τελειωτή της πίστης μου, τον αναστημένο Ιησού Χριστό και να αναφωνώ, Θεέ μου και Σωτήρα μου.
Βοναζούντας Αντώνιος, Κατηχητής