Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2025
«Άνθρωπε, που είσαι;»

Με την ευκαιρία της νέας χρονιάς ας δούμε στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής (Γένεσις), που υπάρχει η ιστορία των πρωτοπλάστων, τους οποίους ονομάζει ο συγγραφέας Μωυσής, Αδάμ και Εύα. Ζούσαν με τον Θεό σε σχέση ελευθερίας, εμπιστεύονταν τον Θεό κι ένιωθαν ασφαλείς και ελεύθεροι.
Η ανθρώπινη όμως περιέργεια τους οδήγησε στο να «ανακαλύψουν» τα μυστικά που δεν φαίνονται…τι υπάρχει πίσω από όλα όσα ζούμε…..Η φύση του ανθρώπου είναι κατ’ εξοχήν εξερευνητική, δυσκολεύεται με το «όριο», πάντα θέλει να το ξεπερνάει, είναι γενικά ον υπερβατικό. Έτσι και στη σχέση του με τον Θεό, δεν αρκείται σε αυτό που γνωρίζει, θέλει και το παραπάνω. Μοιάζει με το μικρό παιδί, που βλέπει ξαφνικά τον κόσμο γύρω του, κι αφού μπορεί να περπατήσει, θέλει να τον εξερευνήσει. Θεωρεί πως η αγάπη του γονέα του θα το ακολουθεί όπου κι αν πάει. Γι’ αυτό και δεν έχει αίσθηση του κινδύνου, γιατί η γνώση της αγάπης τον συνέχει.
Με παρόμοιο τρόπο, απλοϊκά μιλώντας, οι πρωτόπλαστοι, παρόλο που ο Θεός τους ενημέρωσε για τους κινδύνους, αποφάσισαν να ενεργήσουν εξερευνητικά, παρασυρόμενοι από τις αισθήσεις. Η γλυκύτητα της ηδονής τους έθελξε. Ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο και να τον γευτούν. Όχι όμως τα νοήματα του κόσμου, όχι την ουσία των όντων, αλλά την ηδονή που προσφέρουν. Έτσι, η ηδονή, από χαρά της μετοχής, έγινε ο σκοπός, κι αυτός ο σκοπός τους γύμνωσε. Έχασαν τον προσανατολισμό τους, σκοτίστηκε ο νους και αλλοιώθηκε η εικόνα που είχαν για τον Θεό και τον σύντροφό τους.
Λογικό ήταν, λοιπόν, αφού πλέον η σχέση μετατράπηκε σε ηδονή αισθήσεων, κυριάρχησε ο ατομισμός στην σχέση.
«Τότε άκουσαν το θόρυβο που έκανε ο Θεός, καθώς περπατούσε στην κήπο το δειλινό, και κρύφτηκαν απ’ αυτόν ο Αδάμ και η γυναίκα του ανάμεσα στα δένδρα του κήπου. Αλλά ο Κύριος ο Θεός φώναξε τον Αδάμ και του είπε: « Που είσαι;»( Γένεσις 3:8-9). Ο Θεός αναζήτησε τον άνθρωπο, όπως ο γονιός που ψάχνει το παιδί του.
Ο Αδάμ, όμως, γεμάτος από ενοχές που μόνος του δημιούργησε (Ερινύες τις ονόμασαν οι αρχαίοι Έλληνες) «είδε τον Θεό ως τιμωρό» λόγω της παράβασης της εντολής. Ο Θεός όμως, ως στοργικός πατέρας αναζήτησε τον άνθρωπο για να συνεχίσει μαζί του τη σχέση την προσωπική. «Ποιος σου είπε πως είσαι γυμνός;» τον ρώτησε ο Θεός. Όμως ο Αδάμ δεν κατάλαβε τον Θεό, δεν Τον εννόησε ως Πατέρα, έτοιμο να συγχωρέσει και να βοηθήσει, αλλά ως δικαστή και τιμωρό.
Δυστυχώς, αυτή η αντίληψη κυριαρχεί σε όλη την ανθρωπότητα μέχρι και σήμερα, ακόμα και μέσα στους κόλπους των πιστών Χριστιανών. Έτσι, θεώρησαν καλό να ζητήσουν από τον Χριστό να τιμωρήσει την μοιχαλίδα, ενώ Εκείνος είδε την ευκαιρία να την συναντήσει στο φόβο της, στην αμαρτία της στην γύμνια της και να την βοηθήσει να ορθοποδήσει (Ιωαν. 8:7).
Ο Θεός Πατέρας φανερώθηκε σε εμάς μέσω του Υιού Του, του προαιώνιου Θεού Λόγου, όχι για να μας τιμωρήσει που είμασταν αμαρτωλοί, αλλά για να μας συναντήσει στη γύμνια μας, στο φόβο μας, στο χαμένο προσανατολισμό μας και να μας δώσει την δυνατότητα να αποκτήσουμε πάλι σχέση μαζί Του (Ιωαν.3:16-17). Ήρθε για να νεκρώσει την αστοχία μας και τις συνέπειές της στη ζωή μας, να μας αναγεννήσει, να ανανεώσουμε τη σχέση μας μαζί Του, να μας δώσει την αρχική μας λάμψη, να σβήσει τους φόβους μας, να δώσει νόημα στην ύπαρξη μας. Μας ζητά να παραλάβουμε όλα όσα είμαστε και να τα προσφέρουμε στο Θεό, στο θυσιαστήριο εκεί, στην Αγία Τράπεζα, όπου εκείνος θα νεκρώσει όλα όσα έγιναν και θα μπορέσουμε, επιτέλους, να ακούσουμε τη φωνή του ξανά: «Άνθρωπε, που είσαι;» κι εμείς να αποκριθούμε, λέγοντας: «Εδώ είμαι Κύριε, γυμνός και μπερδεμένος, δέξε με μετανοούντα και δείξε μου τον τρόπο να γυρίσω, γιατί χάθηκα. Μου έλειψες και σε θέλω, βοήθησε με στην αδυναμία μου.»
Και απλώνοντας το χέρι μας προς Αυτόν, θα μας σηκώσει και θα αποκατασταθεί η σχέση μας μαζί Του, όπως αναστήθηκε από τους νεκρούς. Έτσι θα αναστηθούμε κι εμείς μαζί Του (Ρωμ. 6:6-11), ζώντας την ομορφιά της ζωής Του που δεν έχει τέλος!
Αντώνιος Βοναζούντας, Κατηχητής