Το Καθαρό Γουρουνάκι με τη Βρώμικη Καρδιά  kidsread

gourounakiΟ Λεωνίδας ήταν ένα παιδί με φόβο Θεού. Πήγαινε στο κατηχητικό σχολείο και εκεί άκουσε ότι θα πρέπει να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του. Ο καημένος ο Λεωνίδας προσπαθούσε να είναι καλός. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν τα κατάφερνε. Η κατάστασή του τον κούρασε και τον απογοήτεψε. Έτσι πλησίασε το δάσκαλο του Κατηχητικού Σχολείου και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ο δάσκαλος του διηγήθηκε τότε την ιστορία με το «καθαρό» γουρουνάκι.

Η κυρά – Φωτεινή είχε ένα γουρουνάκι. Το αγαπούσε και το καμάρωνε πολύ. Ήθελε να το διδάξει να συμπεριφέρεται αλλιώτικα από τ’ άλλα γουρουνάκια και να είναι πάντοτε καθαρό. Γέμισε λοιπόν μια λεκάνη με χλιαρό νερό. Το περιέχυσε με σαμπουάν και με μια βούρτσα άρχισε να τρίβει και να τρίβει, ώσπου το έκανε να λάμπει. Στο τέλος έδεσε στο λαιμό του μια γαλάζια κορδέλα. Τώρα με το κάτασπρο δέρμα, τη γαλάζια κορδέλα και τη ροζ μουσουδίτσα του, το γουρουνάκι φαινόταν πιο ωραίο.

Η κυρά – Φωτεινή ήταν πολύ χαρούμενη με το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της. Του έδεσε ένα λουράκι στο λαιμό του και αποφάσισε να το βγάλει περίπατο για νατο δουν οι φίλοι της.

Όλα πήγαιναν καλά, ώσπου το γουρουνάκι είδε μια γούρνα γεμάτη λασπόνερα. Τινάχτηκε απότομα, ξέφυγε από το χέρι της κυρίας του και πήγε στα λασπόνερα. Δίχως χρονοτριβή, χώθηκε στις λάσπες και με φανερή ευχαρίστηση κυλιόταν βαθύτερα και βαθύτερα.

Αν και η κυρά – Φωτεινή είχε καθαρίσει το γουρουνάκι απ’ έξω, από μέσα του συνέχισε να έχει καρδιά γουρουνιού. Η εξωτερική του εμφάνιση δεν άλλαξε την πραγματική του φύση. Σαν γουρουνάκι που ήταν, ευχαριστιόταν να κυλιέται μέσα στο βούρκο.

Ο δάσκαλος που διηγήθηκε την ιστορία στον μικρό Λεωνίδα πρόσθεσε: «Λεωνίδα εσύ προσπαθείς ν’ αλλάξεις τον τρόπο της ζωής σου και να είσαι καλός. Όμως το πρόβλημα βρίσκεται μέσα σου. Η καρδιά σου χρειάζεται ν’ αλλάξει και να καθαριστεί. Ο Χριστός γνωρίζει ότι αυτό είναι το πρόβλημα όλων μας και γι’ αυτό ήρθε να μας βοηθήσει. Πέθανε πάνω στο σταυρό Εκείνος που ήταν αναμάρτητος, για να μας σώσει από τις δικές μας αμαρτίες και αναστήθηκε για να μας δώσει τη δύναμη να ζήσουμε μια καθαρή ζωή. Μονάχα με μια καινούργια καθαρή καρδιά θα μπορέσεις να ευχαριστήσεις τον Θεό. Μόνον ο Χριστός, που γνωρίζει την καρδιά σου, μπορεί να την αλλάξει. Εκείνος έχει τον τρόπο, ενώ εσύ, όσο και αν προσπαθείς, δεν θα τα καταφέρεις».

Το παράδειγμα του γουρουνιού βοήθησε το Λεωνίδα να καταλάβει και πήρε την απόφαση να βάλει στην καρδιά του τον Χριστό, τον Σωτήρα του.

Προσεύχομαι και εσύ που διαβάζεις την ιστορία αυτή, να ακολουθήσεις το παράδειγμα του Λεωνίδα και να προσευχηθείς με τα λόγια του ψαλμωδού:

«Καθάρισέ με κι οι αμαρτίες μου θα εξαλειφθούν. Πλύνε με κι απ’ το χιόνι λευκότερος θα γίνω. Κτίσε μέσα μου Κύριε μια καθαρή καρδιά» (Ψαλμός 51: 9,12).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Τα Χριστούγεννα του Τσαγκάρη

tsagkarhs

Παραμονή Χριστουγέννων! Έξω έκανε κρύο. Στην πόλη ζούσε ένας τσαγκάρης που από χρόνια φύλαγε ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια, που τα είχε φτιάξει και τα καμάρωνε για την τέχνη του.

Μόλις τελείωσε τις τελευταίες παραγγελίες, κάθισε να διαβάσει την Αγία Γραφή. Τα μάτια του σταμάτησαν στα λόγια: «…Η Μαριάμ γέννησε τον πρωτότοκο γιο της. Τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε σ’ ένα παχνί, γιατί δε βρήκαν μέρος στο πανδοχείο». Έβγαλε τα γυαλιά του, κοίταξε γύρω στο φτωχικό του και επανέλαβε:

- Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο! Αν ζούσα τότε που γεννήθηκε ο Ιησούς, εγώ θα τους παραχωρούσα το δικό μου δωμάτιο και το δικό μου κρεβάτι. Μακάρι να ερχόταν απόψε!

Πήρε τα παπουτσάκια στο χέρι του και ψιθύρισε:

- Οι Μάγοι Του πρόσφεραν χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εγώ δεν είμαι πλούσιος, αλλά έχω αυτά τα παπουτσάκια. Αυτά θα Του δώσω. Κι έτσι όπως σκεφτόταν, αποκοιμήθηκε. Τότε άκουσε κάποιον να του λέει:

- Είπες ότι θέλεις να με φιλοξενήσεις! Να με περιμένεις αύριο.

Πριν ακόμη χαράξει, σηκώθηκε γρήγορα και έτρεξε στην Εκκλησία. Τι υπέροχοι ύμνοι ήταν αυτοί.

Στο γυρισμό προς το σπίτι είχε συνεχώς στο μυαλό του την σκέψη ότι σήμερα θα τον επισκεφθεί ο Χριστός.

Φθάνοντας στο σπίτι, άρχισε γρήγορα να συγυρίζει το δωμάτιο, έριξε μπόλικα ξύλα στη φωτιά και ετοίμασε το πρωινό του.

- Χριστούγεννα! Σήμερα θα μ’ επισκεφτεί ο Ιησούς, είπε και χαμογέλασε χαρούμενος. Πήρε τη θέση του στο παράθυρο και περίμενε.

Σε λίγο είδε τον οδοκαθαριστή. Ο καημένος, σήμερα είναι αναγκασμένος να δουλεύει έξω στο κρύο.

- Έλα, κάτσε δίπλα στη σόμπα να ζεσταθείς, του είπε. Βιάστηκε να του προσφέρει ένα τσάι και ξαναπήρε τη θέση του στο παράθυρο.

- Ποιον περιμένεις; τον ρώτησε ο οδοκαθαριστής.

- Περιμένω τον Αφέντη μου, τον Ιησού Χριστό. Μου υποσχέθηκε πως σήμερα θα μ’ επισκεφτεί.

Ο οδοκαθαριστής τον ευχαρίστησε για όλα και φεύγοντας του είπε:

- Ίσως να μην τον δεις, όπως ακριβώς τον περιμένεις.

Ο τσαγκάρης επέστρεψε στο παράθυρο και συνέχισε να ψάχνει το Χριστό ανάμεσα στους περαστικούς. Σε λίγο πρόσεξε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Έτρεξε, άνοιξε την πόρτα και το φώναξε μέσα.

- Έχασα τη μαμά μου, του λέει.

- Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω να πας σπίτι σου, έλα πρώτα να ζεσταθείς.

Πέρασαν αρκετές ώρες και ο τσαγκάρης, καθισμένος στο παράθυρο, συνέχισε να περιμένει το Χριστό. Ξαφνικά στην άκρη του δρόμου διέκρινε μια αδύνατη και χλωμή γυναίκα. Δεν φορούσε ζεστά ρούχα και στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μωρό.

- Που πηγαίνεις μ’ αυτό το κρύο, καλή μου κυρία. Έλα μέσα.

- Πηγαίνω στο Νοσοκομείο. Είμαι πολύ άρρωστη και δεν έχω κανένα να μας φροντίσει.

- Δώσε μου το παιδί και κάτσε δίπλα στη φωτιά για να ζεσταθείς. Έχω έτοιμο γάλα και για τους δυο σας. Μα το παιδί το έχεις ξυπόλητο μ’ αυτό το κρύο. Τότε θυμήθηκε τα παπούτσια που είχε τάξει να δώσει στον Ιησού. Πήρε τα παπουτσάκια και τα ’βαλε στα πόδια του μωρού. Του ταίριαζαν τέλεια. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε και έφυγε.

Πλέον νύχτωσε και ο τσαγκάρης είπε λυπημένος:

- Τελικά ο Αφέντης μου δεν ήρθε να με επισκεφθεί!

Ξαφνικά όμως το δωμάτιό του φωτίστηκε μ’ ένα υπερκόσμιο φως και γέμισε με ανθρώπους. Ανάμεσά τους διέκρινε τον οδοκαθαριστή, το κοριτσάκι που χάθηκε, τη γυναίκα με το μωρό στην αγκαλιά της και πολλούς άλλους που είχε βοηθήσει. Ο καθένας τους τον πλησίαζε και του έλεγε:

- Δεν με είδες σήμερα;

Ο τσαγκάρης ξαφνιάστηκε.

- Μα ποιοι είστε όλοι εσείς, που ήρθατε να μ’ επισκεφτείτε; τους ρώτησε.

Τότε το κοριτσάκι προχώρησε προς το τραπέζι και του έδειξε με το δάχτυλό του την ανοιχτή Αγία Γραφή. Ο τσαγκάρης διάβασε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιώ, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφτήκατε… Σας διαβεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από πιο άσημους αδελφούς μου, τα κάνατε για μένα» (Ματθαίος 25:35-40).

Τότε κατάλαβε πως υπηρετώντας τους άλλους, υπηρετούσε τον Ίδιο τον Ιησού Χριστό.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η Κατάλληλη Στολή

romaiospolemistis

«Μπράβο, τέλεια πάσα», φώναξαν τα παιδιά απ’ τις κερκίδες. Ο Νίκος φούσκωσε από υπερηφάνεια. Όμως, καθώς έκανε να κλωτσήσει τη μπάλα πρόσεξε τα πόδια του, είδε ότι ήταν ξυπόλυτος και φορούσε τις πιτζάμες του. Μάταια τότε προσπάθησε να φύγει τρέχοντας από το γήπεδο, γιατί γύρω του στέκονταν τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας, που τον έδειχναν με το δάχτυλο και τον περιγελούσαν. Κρύος ιδρώτας τον περίλουσε. Φόβος και τρόμος τον κυρίεψαν και ανάπνεε με δυσκολία.

Τη στιγμή εκείνη όμως κάτι έγινε και ο Νίκος ξύπνησε και διηγήθηκε στην μητέρα του το φοβερό όνειρο μουρμουρίζοντας: «Ευτυχώς που ήταν όνειρο, γιατί το πραγματικό μας παιχνίδι θα γίνει το Σάββατο. Πρέπει να προπονηθώ και να φοράω και τη στολή μου».

Η μητέρα του, που καθόταν δίπλα του και διάβαζε την Καινή Διαθήκη, του διάβασε κάτι για να τον βοηθήσει. «Ντυθείτε μετην πανοπλία που ο Θεός μας τη δίνει, για να μπορέσετε ν’ αντιμετωπίσετε τα τεχνάσματα του διαβόλου» και μετά του εξήγησε: «Πόσο γελοίος και ανόητος φαίνεται ένας παίχτης μέσα στο γήπεδο όταν μπει ξυπόλυτος με τις πιτζάμες του. Πριν αρχίσει το παιχνίδι φοράει πάντοτε την κατάλληλη στολή. Έτσι ακριβώς και ο κάθε πιστός Χριστιανός, πριν μπει στο στάδιο του αγώνα της ζωής, θα πρέπει να ντυθεί την κατάλληλη στολή, ώστε να μπορέσει να αντισταθεί όταν έρθει η ώρα της σατανικής επίθεσης».

Διαβάστε Περισσότερα

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η Αδυναμία της Βίκυς

girlΗ Βίκυ το έβρισκε δύσκολο ν’ αναγνωρίσει και να ομολογήσει τα σφάλματά της. Κάθε φορά που έκανε κάτι κακό, αντί να το ομολογήσει, προσπαθούσε να σκαρφιστεί μια ψεύτικη δικαιολογία για να καλύψει το σφάλμα της. Φυσικά, το ψέμα της στο τέλος αποκαλυπτόταν και η μητέρα της την τιμωρούσε.

Το καλοκαίρι οι γονείς της Βίκυς της χάρισαν ένα ρολόι. Ήταν πολύ όμορφο και όλα τα παιδιά θα το ζήλευαν.

Οι γονείς της της είπαν ότι αν το πρόσεχε, θα το είχε για πολλά χρόνια. Ακόμη της θύμισαν ότι θα πρέπει να το βγάζει κάθε φορά που κάνει μπάνιο στη θάλασσα.

Μια μέρα, ενώ έκανε μπάνιο στη θάλασσα, με τρόμο πρόσεξε ότι το ωραίο της ρολόι το είχε ακόμη στο χέρι της. Πετάχτηκε αμέσως έξω, το έβγαλε γρήγορα, το σκούπισε με την πετσέτα και το έφερε στο αφτί της. Το ρολόι όμως δεν δούλευε!

Ωχ, το αγαπημένο μου ρολόι, κλαψούρισε. Το κατέστρεψα και τώρα τι θα πω στους γονείς μου; Η Βίκυ δεν είχε το θάρρος να τους πει την αλήθεια.

Η Βίκυ φύλαγε το μυστικό της για τρεις, τέσσερεις μέρες, ώσπου ένα πρωινό ο πατέρας της τη ρώτησε:

– Βίκυ τι ώρα είναι;

Η Βίκυ τότε άλλαξε χρώμα.

– Δεν ξέρω. Το ρολόι μου σταμάτησε.

– Γιατί; είπε ο πατέρας της και το πήρε στα χέρια του. Παράξενο! Πώς δημιουργήθηκε αυτή η υγρασία κάτω από το γυαλί; αναρωτήθηκε ο πατέρας της.

– Δεν ξέρω ….Ίσως από τη χθεσινή βροχή, είπε η Βίκυ μπερδεύοντας τα λόγια της.

– Όχι Βίκυ. Χθες δεν έβρεξε καθόλου, είπε η μητέρα της που άκουγε παραδίπλα.

– Πες μου την αλήθεια, Βίκυ. Μήπως έκανες μπάνιο φορώντας το ρολόι σου;

Η Βίκυ που πιέστηκε για να πει την αλήθεια, τελικά ομολόγησε :

– Ναι, το ξέχασα στο χέρι μου.

– Γιατί δεν μου το είπες από την αρχή και προτίμησες να μου πεις ψέματα;

– Αν μας το έλεγες αμέσως, θα πηγαίναμε στο ρολογά. Φοβάμαι πως αχρηστεύθηκε.

– Αχρηστεύθηκε; Είπε η Βίκυ κλαίγοντας.

– Ποτέ, ποτέ πια ψέματα, μανούλα.

Τα ψέματα παιδιά μου είναι μια πολύ κακιά συνήθεια, που θα πρέπει να την εξομολογηθούμε στον Θεό, για να ζητήσουμε τη βοήθειά Του, ώστε να την αποβάλλουμε και να μη μας γίνει πάθος.

Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Η αλήθεια μένει ζωντανή για πάντα, ενώ το ψέμα διαρκεί μονάχα μια στιγμή». «Ο Κύριος απεχθάνεται τους ψεύτες, μα Του είναι ευχάριστοι αυτοί που ζουν με την αλήθεια» (Παροιμίες 12: 19,22).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο Νίκος και ο Λούης

trainoΌταν γεννήθηκε ο Νίκος ήταν ένα τέλειο και όμορφο αγοράκι. Αργότερα όμως, συνέβη ένα ατύχημα που τον άφησε ανάπηρο για όλη του τη ζωή!

Όταν ο Νίκος ήταν στην πέμπτη τάξη του Δημοτικού, γνωρίστηκε με τον Λούη. Ο Λούης ήταν ένα πολύ ζωηρό παιδί. Ξεστόμιζε βρώμικες λέξεις και χαλούσε το παιχνίδι της παρέας με τη συμπεριφορά του. Στα διαγωνίσματα αντέγραφε και δεν άκουγε ούτε τους γονείς του ούτε τους δασκάλους του.

Ο Νίκος προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Του έλεγε ότι ο Θεός λυπάται μ’ αυτά που κάνει και τον παρακαλούσε να πάει μαζί του στην Εκκλησία. Ο Λούης όμως αντιδρούσε και τον ειρωνευόταν λέγοντας:

– Εσύ πήγαινε κυρ-κατηχητούρη, εμένα άσε με ήσυχο!

Οι γονείς του Νίκου ανησυχούσαν και του έλεγαν να προσέχει από την κακή επιρροή του Λούη. Μια μέρα ο Λούης είπε:

– Έχω ανακαλύψει μια λίμνη που απέχει έξι χιλιόμετρα από ’δω. Έχει καθαρό νερό και είναι ό,τι πρέπει για κολύμπι. Έλα μαζί μου. Τι λες;

– Και πώς θα πάμε; ρώτησε ο Νίκος.

– Με τον ίδιο τρόπο που πηγαίνω εγώ, είπε με πονηριά ο Λούης. Κατόπιν, δείχνοντας το ρολόι του πρόσθεσε. Με το φορτηγό τρένο των δώδεκα!

– Τι εννοείς; ρώτησε με έκπληξη ο Νίκος.

– Σίγουρα είσαι καθυστερημένο! Δεν άκουσες ποτέ σου για λαθρεπιβάτες που «τρυπώνουν» στα τρένα;

– Α... αυτά δεν είναι για μένα, φίλε μου, είπε ο Νίκος κάνοντας μερικά βήματα πίσω.

– Δηλαδή, εγώ είμαι ο μόνος θαρραλέος που τολμά να πηδήξει κρυφά πάνω στα τρένα; είπε με κομπασμό ο Λούης.

– Κι εγώ θα τολμούσα, όμως….

– Μήπως φοβάσαι τους γονείς σου; τον διέκοψε ο Λούης.

– Όχι δεν τους φοβάμαι, αλλά τους αγαπώ και υπολογίζω τη γνώμη τους, είπε ο Νίκος με σταθερότητα.

– Είσαι δειλός και φοβητσιάρης, τον ειρωνεύτηκε ο Λούης.

– Ε, λοιπόν θα σου αποδείξω ότι δεν είμαι, είπε με πείσμα ο Νίκος και συμφώνησε να πάει μαζί του.

Με την κουβέντα πέρασε η ώρα και τα δύο αγόρια τρέξανε να προλάβουν το τρένο. Το τρένο όμως είχε ξεκινήσει και με ταχύτητα άφηνε το σταθμό. Ο Νίκος πρώτος κρεμάστηκε στο βαγόνι και προσπάθησε να συρθεί μέσα. Επειδή όμως το τρένο έτρεχε, γλίστρησε και ξαφνικά βρέθηκε κάτω από το βαγόνι. Τρομαγμένος τραβήχτηκε για να γλιτώσει, μα … τον πρόλαβαν οι πίσω ρόδες του βαγονιού και του έκοψαν το χέρι! Ο Λούης όταν τον είδε σωριασμένο μέσα στα αίματα, νόμισε ότι ήταν νεκρός. Τον εγκατέλειψε κι άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Αφού το τρένο απομακρύνθηκε, ο σταθμάρχης είδε το Νίκο και ειδοποίησε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο.

Έτσι τραγικά τερματίστηκε η φιλία του Νίκου με το Λούη. Ο Νίκος όμως, επειδή ξέχασε τα λόγια των γονιών του, πλήρωσε πολύ ακριβά την κακή επιρροή του φίλου του.

Τα λόγια του Θεού, παιδιά μου, μας βοηθούν και μας προστατεύσουν. «Μην αφήνετε κανένα να σας παρασύρει. Καθένας μπαίνει σε πειρασμό από τη δική του επιθυμία. Αυτή τον παρασύρει και τελικά τον εξαπατάει. Έπειτα, η επιθυμία αυτή συλλαμβάνει το κακό και γεννάει την αμαρτία. Και η αμαρτία όταν ολοκληρωθεί, φέρνει το θάνατο» (Ιάκωβος 1:14-15).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο